

Οι γευστικές μας προτιμήσεις δεν είναι τυχαίες, αλλά διαμορφώνονται μέσα από
την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Τα γονίδια επηρεάζουν τον τρόπο με τον
οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γλυκιά, πικρή ή λιπαρή γεύση, καθώς και την ένταση
ορισμένων γευστικών και αρωματικών ερεθισμάτων. Ωστόσο, η γενετική
προδιάθεση δεν καθορίζει απόλυτα τι θα μας αρέσει. Οι εμπειρίες, οι συνήθειες και
το περιβάλλον μπορούν να τροποποιήσουν σημαντικά αυτές τις αρχικές τάσεις.
Η σχέση μας με το φαγητό αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από πολύ μικρή ηλικία.
Ακόμη και πριν από τη γέννηση, το έμβρυο μπορεί να έρθει σε επαφή με
διαφορετικά αρωματικά ερεθίσματα μέσω της διατροφής της μητέρας. Αργότερα, η
επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τρόφιμα κατά την παιδική ηλικία μπορεί να αυξήσει
την αποδοχή τους, ακόμη και όταν αρχικά δεν είναι ευχάριστα. Αντίθετα, η πίεση
για κατανάλωση ή η χρήση του φαγητού ως επιβράβευση μπορεί να δημιουργήσει
αρνητικούς συνειρμούς και να επηρεάσει τη σχέση του παιδιού με ορισμένες
τροφές.
Παράλληλα, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, η κουλτούρα και οι
διατροφικές συνήθειες επηρεάζουν σημαντικά το τι θεωρούμε νόστιμο ή οικείο. Οι
τροφές που καταναλώνονται συχνά στο σπίτι και οι γεύσεις με τις οποίες
μεγαλώνουμε γίνονται σταδιακά πιο γνώριμες και αποδεκτές. Επιπλέον, η γευστική
εμπειρία δεν εξαρτάται μόνο από τη γλώσσα. Η όσφρηση, η υφή, η θερμοκρασία
και η εμφάνιση του τροφίμου συνδυάζονται στον εγκέφαλο, ο οποίος τελικά
διαμορφώνει την αντίληψη της γεύσης και τη συνδέει με την ευχαρίστηση, τις
αναμνήσεις και τα συναισθήματά μας.
Το σημαντικό είναι ότι οι γευστικές προτιμήσεις μπορούν να αλλάξουν σε
οποιαδήποτε ηλικία. Η επαναλαμβανόμενη δοκιμή ενός τροφίμου, χωρίς πίεση και
σε ένα ευχάριστο περιβάλλον, μπορεί σταδιακά να οδηγήσει στην αποδοχή του.
Ακόμη και η σταδιακή μείωση της ζάχαρης ή του αλατιού μπορεί να «εκπαιδεύσει»
τον ουρανίσκο, ώστε να εξοικειωθεί με λιγότερο έντονες γεύσεις. Επομένως, αυτό
που σήμερα μπορεί να μη μας αρέσει, δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει για πάντα
εκτός των διατροφικών μας επιλογών.